O Syli όπως το ξερουν όλοι, ειναι μια απο τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες του αθλήματος όλα αυτά τα χρόνια. Ιδιαίτερα αγαπητός απο όλους, μπαρουτοκαπνισμένος απο πολλές ομάδες και εμπειρίες, μέλος της Εθνικής ομάδας, αλλά και αρχηγός της ιστορικής ομάδας των εκπαιδευτηρίων Πλάτων. Μας μίλησε για το πώς έζησε τον μικρόκοσμο του ποδοσφαίρου σάλας τα 17 χρόνια (1996-2013) που αγωνίστηκε, αναφερόμενος και σε κάποιες από τις αμέτρητες στιγμές, που θα θυμάται για πάντα.

Πες μας κάποια ιστορικά στοιχεία, από που ξεκινησες την μπαλα, ποτε ασχολήθηκες με την Σαλα, σε ποιες ομάδες αγωνίστηκες;

Ξεκίνησα την μπάλα όπως όλα τα αγοράκια, πιτσιρικάς στο σχολείο. Η πρώτη μου λίγο πιο σοβαρή παρουσία στο ποδόσφαιρο, ήταν η συμμέτοχή μου με την ομάδα του σχολείου μου (ΕΚΓ), σε διασχολικά πρωταθλήματα και στο διασχολικό πρωτάθλημα Ανατολικής Αττικής. Εκείνη την εποχή που ήμουν μαθητής Λυκείου δοκιμάστηκα σε 2 προπονήσεις στην ομάδα του Ηλυσιακού, όμως σταμάτησα σχεδόν άμεσα λόγω ενός τραυματισμού και λόγω Πανελληνίων εξετάσεων. Συνέχισα το 11χ11 στο Ε.Μ.Π με την ομάδα του Πολυτεχνείου, με συμμετοχή σε 2 πανεπιστημιάδες και σε πρωταθλήματα μεταξύ πανεπιστημίων με σημαντικότερη διάκριση την 2η θέση στην πανεπιστημιάδα της Ξάνθης το 1993. Εκείνο το διάστημα έκανα κάποιες φορές προπόνηση με την ομάδα ποδοσφαίρου του Υμηττού. Με το 5χ5 πρωτοήρθα σε επαφή στα εσωτερικά πρωταθλήματα μεταξύ των σχολών του Πολυτεχνείου. Η πρώτη ας πούμε επίσημη επαφή ήταν το 1996 όταν ένας φίλος και συμπαίκτης από τα χρόνια του Πολυτεχνείου, ο Νίκος ο Παπαϊωάννου, με πήρε τηλέφωνο για να συμμετάσχω με την ομάδα του Δούκα στο πρώτο πειραματικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου σάλας. Τότε είχαμε σαν έδρα το ανοιχτό γήπεδο του Δούκα και ελάχιστες ομάδες είχαν έδρα σε παρκέ. Έμεινα 2 χρόνια στο Δούκα και το 1998 μετακόμισα με προτροπή του Κίμωνα Αναστασίου στην ομάδα του Αριστείδη Κηφισιάς. Η ομάδα του Αριστείδη Κηφισιάς είχε τότε έδρα το ανοιχτό ιστορικό γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, που τότε είχε χωριστεί σε γήπεδα 5χ5 τα οποία εκμεταλλευόταν αν θυμάμαι καλά ο Χουάν Ραμόν Ρότσα. Εκεί γνώρισα 2 μεγάλες μορφές της σάλας τον Κίμωνα Αναστασίου και τον Ηλία Μέξη. Είχε έρθει στην ομάδα και ο αδερφός μου Στέλιος καθώς και ο κολλητός μου φίλος και συμπαίκτης μου για χρόνια στο Ε.Μ.Π. Αλέξης Κάππος, που σήμερα δυστυχώς δεν είναι πια κοντά μας και ο οποίος αργότερα αγωνίστηκε στην ομάδα του Αστέρα και οι περισσότεροι γνώριζαν πολύ καλά. Την μια από τις 2 χρονιές που αγωνίστηκα στον Αριστείδη Κηφισιάς, είχα για κάποιο διάστημα συμπαίκτη τον γνωστό ποινικολόγο Αλέξη Κούγια. 2 πράγματα θυμάμαι : ο Κίμωνας, παίκτης-προπονητής της ομάδας του απευθυνόταν στον πληθυντικό, κάτι φυσικά που δεν άρεσε στον Κούγια και του έλεγε εδώ παίζουμε μπάλα μίλα μου στον ενικό. Το άλλο έχει να κάνει με την τελευταία φορά που είδα τον Κούγια. Θυμάμαι είχαμε προπόνηση στην Λεωφόρο και είμασταν 9, μας έλειπε λοιπόν ένας για να βγεί προπονητικό διπλό. Παίρνω τηλέφωνο τον Κούγια και του λέω θα έρθεις είμαστε 9. Μου λέει μόλις πάρκαρα έξω από το γήπεδο και μπαίνω. Δεν ήρθε ποτέ ούτε εκείνη την μέρα, αλλά ούτε ξανά στην ομάδα.  Από τα χρόνια του Υπερίωνα θυμάμαι κυρίως ένα παιχνίδι. Αυτό με το Καλτσέτο, στο ανοιχτό γήπεδο της Κηφισιάς. Το παντοδύναμο τότε Καλτσετο, με παίκτες όπως Παππάς, Βανδώρος, Γκουγκουλίτσας, Παναγόπουλος, Λιουτας, Οικονόμου, Βενιζέλος, Διαμαντούρος, Μιχάλης κ.λ.π έριχνε πάνω από 10 στις περισσότερες ομάδες. Εμείς έχουμε εμφανιστεί ακριβώς 5 άτομα χωρίς αλλαγή και για ένα ημίχρονο παίζουμε μόνο άμυνα. Με λίγο τύχη, πολύ πάθος, και συγκινητικό Ηλία Μέξη, πλησιάζει το ημίχρονο και κρατάμε το μηδέν. Τα έχουμε φτύσει χωρίς αλλαγή και ένα λεπτό πριν το ημίχρονο με τυχερή καραμπόλα στο κεφάλι του Κίμωνα τρώμε γκόλ. Στο δεύτερο φάγαμε άλλα 5 ή 6.. Το θυμάμαι γιατί είχα κάνει τεράστια υπερπροσπάθεια χωρίς αλλαγή σε όλο τον αγώνα. Σπάνια θυμάμαι να έχω κουραστεί τόσο πολύ σε αγώνα, αλλά το παιχνίδι μου έχει μείνει στο μυαλό και για το λόγο ότι είδα μια ομάδα να παίζει κάτι όμορφο με συνδυασμούς, με τεχνική με κάποιες κομπίνες σπάνιο στα τότε παιχνίδια.

Νομίζω το 1998 είχε γίνει και ένα φιλικό της προεθνικής ομάδας με την Πρωταθλήτρια Ευρώπης Εθνική Ρωσίας, για την επιλογή παικτών για την στελέχωση της Εθνικής μας ομάδας με προπονητή τον αείμνηστο Βαγγέλη Παλάντζα. Είχαμε κληθεί περίπου 30 παίκτες και ο αγώνας έγινε σε ανοικτό γήπεδο στην Κηφισιά στο οποίο οι Ρώσοι δέχτηκαν να παίξουν με τα χίλια ζόρια. Το σκορ ήταν 31-1 και οι Ρώσοι σε όλο το δεύτερο ημίχρονο είχαν κατεβάσει τον τερματοφύλακα τους δίπλα στο δικό μας δοκάρι. Θυμάμαι ότι οι Ρώσοι μου είχαν φανεί εξωπραγματικοί παίκτες και ειδικά ο θρύλος του αθλήματος Ερεμένκο. Μετέπειτα σε όμιλο για προκριματικά Ευρωπαϊκού, η Εθνική ομάδα κληρώθηκε με τους Ρώσους και τους Σλοβένους σε όμιλο στη Μόσχα. Το σκορ με τους Ρώσους ήταν 24-0. Ήταν τα πρώτα δύσκολα χρόνια της Εθνικής ομάδας. Αργότερα βελτιωθήκαμε αρκετά και κάναμε και νίκες ενάντια σε Γαλλία, Λιθουανία, Σλοβακία κ.λ.π.  Το 2000 επέστρεψα στην ομάδα του Δούκα. Η ομάδα είχε κάνει πολύ δυνατές μεταγραφές. Είχαν έρθει Παππάς, Βανδώρος, Λιούτας, Βενιζέλος και Οικονόμου από το Καλτσέτο και Καρασάβας, Ζιάβας και προπονητής ήταν ο πρωτεργάτης του αθλήματος Δημήτρης Νικολάου. Η ομάδα πήγε τραίνο κατακτώντας το νταμπλ χωρίς ήττα και το κυριότερο το Σεπτέμβριο εξασφάλισε τη συμετοχή της στο πρώτο κύπελλο πρωταθλητριών. Το 2001 στο πρωταθλητριών ο όμιλος μας ήταν στο Σπλίτ στην Κροατία με πολύ δύσκολους αντιπάλους Κροάτες, Λευκορώσους και Λιθουανούς. Κάναμε 3 αναμενόμενες ήττες. Η χώρα μας ήταν πολύ πίσω φουτσαλικά τότε. Θυμάμαι ένα παίκτη από αυτή την διοργάνωση. Τον Κροάτη Τόμισιτς, απίστευτος παίκτης καταπληκτικός τεχνίτης. Ο Δημήτρης μας είχε πεί ότι 9 στις 10 ντριμπλάρει από δεξιά. Όποιος τον μάρκαρε λοιπόν τον έκλεινε στο δεξί του. Στο πρώτο γκολ των Κροατών μας πέρασε όλους από αριστερά και σκόραρε έτσι απλά. Την επόμενη αγωνιστική σεζόν 2001-2002 ενώ ήμασταν αήττητοι στην κανονική διάρκεια χάσαμε στο τέλος πρωτάθλημα και κύπελο από την Αθήνα 90.  Το 2001 ήταν και η πρώτη μου επίσημη παρουσία στην Εθνική ομάδα. Εως το 2006, που ήταν και η τελευταία φορά που αγωνίστηκα με τα χρώματα της Εθνικής είχα 14 διεθνείς συμμετοχές με πολλά ταξίδια και πολλές όμορφες αναμνήσεις. Το 2002 μετακομίζω στον Αίαντα Παλλήνης με προπονητή τον μεγάλο Νίκο Αυλωνίτη. Το 2003 η ομάδα μετονομάζετε σε Εκπαιδευτήρια Πλάτωνα. Από το 2002 έως το 2008 παρόλο που από πλευράς τίτλων η ομάδα κέρδισε μόνο το κύπελο του 2008, για εμένα ήταν τα ομορφότερα χρόνια και αγωνιστικά αλλά και από άποψη φίλων και παρέας. Με προπονητή τον Δημήτρη η προπόνηση ήταν μια απόλαυση και αυτά τα χρόνια έμαθα τα περισσότερα πάνω στο άθλημα.  Το 2008 η ομάδα με προπονητή τον Κώστα Ρούπτσο χάνει με 2-1 στα πλει οφ το πρωτάθλημα, μια εβδομάδα μετά όμως κατακτά το κύπελλο. Για εμένα ήταν η κορυφαία στιγμή μου στο άθλημα. Στο ξεκίνημα της αγωνιστικής χρονιάς 2008-2009 και ενώ η ομάδα ήταν στα καλύτερα της, ο Πλάτωνας διαλύεται και μαζί με κάποιους από τον σκληρό πυρήνα του Πλάτωνα (Παππά, Κουβαρά, Καββαδία, Κοκοτσάκη) πήρα μεταγραφή για την Ολυμπιάδα Αγίας Παρασκευής. Και εκεί έζησα πολύ όμορφες στιγμές μέχρι το 2011. Η ομάδα ενισχύθηκε και με Μορφέση, Μοστριό, Τρουλιτάκη και με προπονητή τον Κόκο πλησιάσαμε πολύ κοντά σε μια κατάκτηση κυπέλου το 2011,αλλά δεν τα καταφέραμε στον τελικό κόντρα στην Αθήνα 90. Το κατάφερε βέβαια αργότερα η Ολυμπιάδα, το 2014 και είμαι πολύ χαρούμενος για αυτούς, γιατί το άξιζαν για την πορεία που έχουν όλα αυτά τα χρόνια. Αν δεν ήταν η Ολυμπιάδα το πιθανότερο θα είχα σταματήσει τη σάλα το 2008 και αυτό δε θα το ξεχάσω ποτέ. Την σεζόν 2011-2012 μαζί με τον Κόκο πήγαμε στον Υπερίωνα των φίλων Κίμωνα Αναστασίου και Ηλία Μέξη και νομίζω ότι βοηθήσαμε όσο μας επέτρεπε η ηλικία μας και η εμπειρία μας, ώστε να μην κινδυνέψει η ομάδα και για τα δεδομένα της να σταθεί αξιοπρεπέστατα.  Την επόμενη χρονιά που ήταν και η τελευταία μου, επέστρεψα στην Ολυμπιάδα με προπονητή τον Ζιάβα, που ακόμα και στα 41 μου με είχε εμπιστεύτηκε και τον ευχαριστώ πολύ για αυτό, γιατί βοήθησε ώστε να σταματήσω με τον καλύτερο τρόπο χωρίς καμία πικρία και απόλυτα χορτασμένος από το άθλημα. Αν εκείνη την χρονιά είχαμε κερδίσει και στον τελικό του κυπέλλου το φουτσαλικό μου τέλος θα ήταν ιδανικό.

Mανώλη μετά απο 20 χρόνια, τι εχεις να θυμάσαι και πως σου φαινεται η εξέλιξη απο τότε; 

Ανέφερα κάποια από αυτά που θυμάμαι παραπάνω. Όμορφες στιγμές με παιχνίδια στο εξωτερικό με Εθνική ομάδα, Δούκα, Πλάτωνα. Νταμπλ με Δούκα 2001, Κύπελλο με Πλάτωνα 2008, τελικό κυπέλου με Ολυμπιάδα το 2011 και το 2013, όλες όμορφες στιγμές. Το καλύτερο όμως όλων ήταν οι αμέτρητες βραδιές μετά από αγώνες και προπονήσεις που έχω περάσει με τα φιλαράκια μου. Υπήρχαν βέβαια και άσχημες στιγμές. Η πιο άσχημη ήταν το 2006 στην Ισπανία όταν συμμετείχαμε με την ομάδα του Πλάτωνα στο Κύπελλο Κυπελλούχων στο Λουγκο. Νομίζω ότι τότε ήμουν στα καλύτερα μου αγωνιστικά και όλη τη χρονιά όλοι μας περιμέναμε πως και πως αυτό το ταξίδι. Στο 3ο λεπτό του πρώτου αγώνα με την Ισπανική Λούγκο είχα μια άσχημη σύγκρουση με τον Ιταλό διεθνή παίκτη της Λούγκο Dudu Morgado και έσπασα τη μύτη μου. Πήγα κατευθείαν νοσοκομείο και μου έκαναν ανάταξη. Το βράδυ ήρθε και με βρήκε στο ξενοδοχείο ο Dudu για να μου ζητήσει συγνώμη και μου έδωσε ένα φούτερ της ομάδας του. Φυσικά είδα όλο το υπόλοιπο τουρνουά από την εξέδρα και θυμάμαι είχα στενοχωρηθεί πολύ. Στο τέλος της χρονιάς οι αδερφικοί μου συμπαίκτες Παππάς, Κουβαράς, Καββαδίας, Μορφέσης και Κοκοτσάκης μου έφεραν δώρο ένα κάδρο με τη φωτογραφία από την φάση του τραυματισμού μου και αφιέρωση σε ευχαριστούμε για όλα. Το έχω ακόμα στο σαλόνι και όταν πέφτει το μάτι μου εκεί ξυπνάνε όλες οι όμορφες αναμνήσεις από αυτά τα χρόνια. Επίσης κάποιες άλλες στιγμές τραυματισμών, φυσιοθεραπειών και πόνου σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν αξίζει ο ερασιτεχνικός πρωταθλητισμός. Θυμάμαι τα τελευταία 10 χρόνια ο δεξής αχίλλειος με πονούσε σχεδόν σε όλα τα παιχνίδια και προπονήσεις και κάποιες στιγμές με πονάει ακόμα και σήμερα μετά από σχεδόν 5 χρόνια που έχω σταματήσει και δεν έχω ξαναπαίξει ούτε για πλάκα με φίλους.  

Ήσουν ένας απο τους πιο έμπειρους παικτες που περασε απο την Σαλα, τι πιστευεις οτι σε εκανε να ξεχωρίζεις; Tι πρεπει να εχει ενας παικτης σαλας για να ξεχωρίσει;

Δεν  ήμουν από τους πιο ικανούς από πλευράς τουλάχιστον τεχνικής κατάρτισης. Ούτε είχα από μικρός το μεγάλο ταλέντο όπως άλλοι παίκτες. Όμως είχα άλλα στοιχεία σαν παίκτης, όπως αντοχή, ταχύτητα, δύναμη, σιγουριά, ομαδικότητα και κυρίως πάθος, που ισορροπούσαν άλλα στοιχεία που μου έλειπαν. Για να ξεχωρίσεις σε υψηλό επίπεδο πρέπει να συνδυάζεις πολλά στοιχεία κυρίως τεχνική, ταχυδύναμη και καθαρό μυαλό. Έχω δεί παίκτες με πολύ καλά στοιχεία που δεν μπορούσαν να προσφέρουν και να πρωταγωνιστήσουν, γιατί δεν είχαν καθαρό μυαλό μέσα στον αγώνα ή γιατί η ομάδα δεν ήταν πάνω από το εγώ τους.

Τελικά αξιζει ο χώρος να ασχοληθεί κανείς ή παραμένει ενα ωραίο χομπυ;

Εξαρτάται πως το βλέπεις το θέμα. Όπως είναι τώρα η κατάσταση οικονομικά με τίποτα. Ο χρόνος που θυσιάζεις, οι μετακινήσεις, οι τραυματισμοί….αν το δεις καθαρά ρομαντικά όμως ναι αξίζει. Κυρίως για τις φιλίες που κάνεις και επειδή είναι πολύ όμορφο και ιδιαίτερο άθλημα. Προσωπικά αν γύριζα τον χρόνο πίσω πάλι σάλα θα έπαιζα, γιατί πέρα από τους τίτλους, τα ταξίδια και την εθνική ομάδα που σίγουρα είναι έντονες αναμνήσεις για έναν αθλητή, αυτό που στο τέλος μένει είναι οι φιλίες που θα κρατήσουν μια ζωή. Ήμουν και τυχερός βέβαια γιατί έζησα την χρυσή εποχή του αθλήματος στην Ελλάδα, κυρίως μεταξύ 2000 έως 2008. Τους αγώνες έδειχνε η τηλεόραση, 2 χρονιές μάλιστα η ΕΡΤ, τα γήπεδα στους περισσότερους αγώνες είχαν αρκετό κόσμο και τα χρήματα δεν ήταν άσχημα για έναν ερασιτέχνη αθλητή. Ειδικά αν συνδύαζες οδοιπορικά από την ομάδα και μισθό από την Εθνική όπως έτυχε σε εμένα για 3-4 χρόνια ήταν μια χαρά.

Πως ονειρευεσαι την εξέλιξη του αθλήματος;

Αν και έχω αποχωρήσει εντελώς χωρίς να παρακολουθώ τις εξελίξεις εδώ και 4 χρόνια και μάλλον δεν είμαι ο πιο κατάλληλος να απαντήσω, θεωρώ ότι τα βασικά στην εξέλιξη σε οποιοδήποτε τομέα είναι η γνώση και η σωστή οργάνωση. Να οργανώσεις το σύστημα σωστά από την αρχή. Αυτό είναι σχετικά απλό αν ακολουθήσεις την λογική και γίνεται μονάχα με ένα τρόπο. Σε εισαγωγικά κλέβεις την οργάνωση και την γνώση από τους ειδικούς, Ισπανούς, Πορτογάλους, Ιταλούς κλπ και τα προσαρμόζεις όσο καλύτερα μπορείς στην φτωχή Ελληνική πραγματικότητα.  Ο Δημήτρης πάντα ήταν μπροστά σε γνώσεις και στις εξελίξεις του αθλήματος στην Ελλάδα γιατί έκανε ακριβώς αυτό. Μιλούσε θυμάμαι πολύ συχνά με τον Λοζάνο, τον Μάρτιτς και πολλούς άλλους ειδικούς και εξειδικευμένους στο αντικείμενο και παρακολουθούσε από κοντά την παγκόσμια εξέλιξη του αθλήματος στις προηγμένες φουτσαλικά χώρες. Αυτό το έκαναν και άλλοι όπως ο Ζιάβας, ο Ρούπτσος, ο Μοστριός και νομίζω ότι από αυτή τη βάση ξεκινάς και σε αυτό επικεντρώνεσαι. Δηλαδή στο τι κάνει αυτός που είναι ειδικός και πρωταγωνιστεί στο αντικείμενο. Αν αυτό το κάναμε σαν χώρα και σε άλλους τομείς τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα. Εδώ στην πατρίδα του αυτοσχεδιασμού και της αμάθειας-ημιμάθειας ο καθένας στο μυαλό του έχει μια δική του εκδοχή για το πώς πρέπει να προχωρήσει το άθλημα.  Να δώσω ένα παράδειγμα τι εννοώ. Θυμάμαι παλιότερα στα πρώτα χρόνια της σάλας, σχεδόν κάθε ομάδα εκτελούσε 2-3 δεκάμετρα σε κάθε ημίχρονο. Πήρε κάποια χρόνο για να έρθει η γνώση στους Έλληνες διαιτητές από τα ξένα πρωταθλήματα ότι δε σφυρίζουμε φάουλ σχεδόν σε κάθε επαφή, γιατί έτσι δεν γίνεται παιχνίδι και αλλοιώνεται και το αποτέλεσμα. Είναι κλασσικό παράδειγμα έλλειψης γνώσης. Όμως και έλλειψης οργάνωσης ώστε να έρθει η γνώση στους δικούς μας διαιτητές από το πώς σφυρίζουν τα παιχνίδια σε προηγμένα πρωταθλήματα. Είχε γίνει κάποια στιγμή ένα σεμινάριο με ομιλητή τον Μάρτιτς ο οποίος μέσα στο λίγο χρόνο που είχε στη διάθεση του, είπε αρκετές από τις βασικές αρχές για το πώς παίζεται σωστά το φούτσαλ. Το σεμινάριο αυτό είναι ένα παράδειγμα για το πώς κατακτάς τη γνώση με σχετικά μικρό κόστος, αρκεί να θέλεις βέβαια να ακούσεις. Ο Μάρτιτς είχε έρθει και σε κάποιες προπονήσεις της εθνικής ομάδας και αυτό είναι κάτι που βοηθάει επίσης. Θυμάμαι πόσο εξωπραγματικό και δύσκολο μας είχε φανεί όταν το 2002 στον Πλάτωνα, όταν ο Δημήτρης προσπαθούσε να μας διδάξει την άμυνα με αλλαγές θέσεων. Στην αρχή δυσκολευόμασταν πολύ να αφήσουμε αυτό που ξέραμε, δηλαδή να εγκαταλείψουμε την πατροπαράδοτη άμυνα του μαν του μαν. Ουσιαστικά μας έμαθε να μην κυνηγάμε τον παίκτη μας γύρω γύρω στο γήπεδο ξοδεύοντας άσκοπα ενέργεια, αυτό που κάνουν όλες οι ομάδες υψηλού επιπέδου. Όταν το καταφέραμε ανεβήκαμε 2 σκάλες τουλάχιστον αμυντικά σαν ομάδα. Η ιστορία του Πλάτωνα και της Ελληνικής σάλας θα ήταν διαφορετική αν δεν είχε φύγει ο Δημήτρης.

Ποιο είναι το όνειρο σου για τη Σαλα στην χώρα μας; Αν σου δινόταν η δύναμη να επηρεάσεις κατι, που θα ονειρευόσουν να δεις το αθλημα; 

Σε σχέση και με το προηγούμενο ερώτημα, θα ήθελα το άθλημα να διδάσκεται από ειδικούς και τις αποφάσεις και την οργάνωση του αθλήματος, να τις αναλαμβάνουν οι κατάλληλοι για να φύγει το άθλημα από το κάπως πρόχειρο ερασιτεχνικό επίπεδο και να ανέβει μια σκάλα παραπάνω. Δεν λέω να γίνει επαγγελματικό γιατί αυτό είναι δύσκολο να γίνει τουλάχιστον σύντομα, αλλά αυτή τη στιγμή το άθλημα είναι σχεδόν στάσιμο εδώ και κάποια χρόνια. Παίκτες υπάρχουν και μάλιστα καλύτεροι σε ποιότητα και ποσότητα από ότι στην δικιά μου εποχή. Απλά ο χώρος είναι σε τέλμα, όπως και η κατάσταση στον Ελληνικό αθλητισμό και πρωταθλητισμό.

Ποιους παίκτες ξεχωρίζεις απο όλα αυτά τα χρόνια;

Είναι αρκετοί οι παίκτες που έχω ξεχωρίσει τα 17 χρόνια που έπαιξα ποδόσφαιρο σάλας. Θέλω να ξεκινήσω με κριτήριο όχι μόνο αγωνιστικό αλλά και συναισθηματικό από τους συμπαίκτες και αδερφικούς φίλους με τους οποίους πέρασα τα περισσότερα χρόνια μαζί και έχω ζήσει τις πιο έντονες στιγμές. Ξεχωρίζω λοιπόν τον Κουβαρά (ψυχάρα-αμυντικάρα), τον Καββαδία (καθαρά φουτσαλικός – αυτός με τον οποίο βρισκόμουνα πάντα με κλειστά μάτια), τον Μορφέση (πιβοτάρα και σκόρερ), τον Μοστριό (ολοκληρωμένος), τον Παππά (εγγύηση και σιγουριά), τον Κοκοτσάκη (το μυαλό), τον Κουνταρδά (2η αμυντικάρα), τον Τρουλιτάκη (πολύ ταλαντούχος), τον Γράψα (ο γρήγορος) και όλους τους άλλους τον Σάμιο, τον Διαμαντούρο, τον Γάτση παίκτες και φίλους πολύ καλούς με τους οποίους μοιράστηκα τα καλύτερα φουτσαλικά μου χρόνια.  Από τους παλιούς με τους οποίους μαζί ξεκινήσαμε στον χώρο ξεχωρίζω πρώτα από όλα τον Παππά και φυσικά και τους Βανδώρο, Καρασσάβα, Λιουτα, Οικονόμου, Βενιζέλο, Αχή, Κίλι, Ζιάβα, Γκουγκουλίτσα, Μιχάλη, Παναγόπουλο, Μετεβελή, Μπούσμπουρα, Σοιλεμέ, Ζάχο, Μαυραγάνη και σίγουρα ξεχνάω και άλλους πολύ καλούς παίκτες εκείνης της περιόδου. Πιο ολοκληρωμένο για εκείνη την εποχή παίκτη θεωρώ τον Βανδώρο και τερματοφύλακα τον Παππά. Στα επόμενα χρόνια μέχρι και τώρα ως τεχνικά πιο ολοκληρωμένους παίκτες θεωρώ τους Μοστριό, Μπούσμπουρα, Μάνο, Πάνου και Ασημακόπουλο.

Αν κρίνω με βάση τη θέση που έπαιξαν :

Καλύτερους αμυντικούς τους Κουβαρά, Μπεγκάι, Βανδώρο, Καρασσάβα.

Καλύτερους επιθετικούς Μορφέση, Μιχάλη, Λιούτα, Οικονόμου.

Καλύτερους τερματοφύλακες Παππά, Αχή, Θεοφίλου, Εμμανουηλίδη και Μπάρδη.

 Για την αγωνιστική διάρκεια παικτών που αγωνίζονται για πολλά χρόνια μέχρι ακόμα και σήμερα σε πολύ υψηλό επίπεδο που ήταν και είναι πάντα πρωταγωνιστές στο πρωτάθλημα, ξεχωρίζω τους Κουβαρά, Μπεγκάι, Μπούσμπουρα, Γκρίτζαλη, Γκαιφίλια, Πάνου, Μπάρδη, Δελαπόρτα, Μάνο, Μουρδουκούτα. Επίσης ξεχωρίζω τον Στρατή ως έναν από τους παίκτες που είχε την μεγαλύτερη βελτίωση από τότε που ξεκίνησε σχεδόν από το μηδέν φτάνοντας σε υψηλό επίπεδο να αγωνίζεται με την Εθνική ομάδα.

Τι λείπει απο την Σάλα και τότε και τώρα;

Κυρίως λείπει η σωστή υποδομή, η γνώση και η οργάνωση. Τα τελευταία χρόνια λείπουν και τα χρήματα.

Τι θα συμβούλευες τωρα σε παικτες και προπονητές;

Στους προπονητές θα συμβούλευα να βασιστούν στη γνώση που υπάρχει στο εξωτερικό και πάνω σε αυτήν να οργανώσουν τη δουλειά τους. Στους παίκτες θα συμβούλευα αυτό που θα συμβούλευα και τον εαυτό μου όταν έπαιζα και που κάποιες φορές δεν είχα. Καθαρό μυαλό και συγκέντρωση. Το παιχνίδι είναι τέτοιο που όλα μπορούν να γίνουν ακόμα και σε ελάχιστο χρόνο, αρκεί να το πιστεύεις και να δουλεύει σωστά το μυαλό σου. Αυτό ήταν και μια από τις συμβουλές του πρωτεργάτη του αθλήματος και του ανθρώπου που μας έμαθε τα περισσότερα, του Δημήτρη.

Ποιά είναι η πιο ευχάριστη σου ανάμνηση απο την Σάλα, μια στιγμή που απομονώνεις απο τότε;

Έχω πολλές ευχάριστες αναμνήσεις. Το νταμπλ με το Δούκα, τα υπέροχα χρόνια με την Ολυμπιάδα. Θέλω να ευχαριστήσω για αυτό τον Γιάννη τον Πάνου και τα παιδιά της Ολυμπιάδας που όταν διαλύθηκε ο Πλάτωνας δέχτηκαν τους περισσότερους από εμάς στην ομάδα και πραγματικά έχω πολύ όμορφες αναμνήσεις από τα χρόνια της Ολυμπιάδας, που ήταν και η τελευταία ομάδα που αγωνίστηκα. Όμως η πιο ευχάριστη ανάμνηση είναι τα χρόνια του Πλάτωνα και κυρίως τα ταξίδια της ομάδας, οι βραδιές με τους φίλους και η κατάκτηση του κυπέλλου με τον Πλάτωνα το 2008. Σαν διάκριση δεν είναι και η πιο σπουδαία. Όμως σηματοδότησε το τέλος μιας μεγάλης προσπάθειας από τον Ηλία Λιάρο, τον Μιχάλη Παπαδόπουλο, τον Δημήτρη Νικολάου, τον Κώστα Ρούπτσο και όλους εμάς, που έκλεισε με έναν τίτλο. Μόλις είχαμε χάσει το πρωτάθλημα σε πολύ δυνατά ματς με 2-1 στα πλει οφ, από τους μεγάλους μας αντιπάλους την Αθήνα 90 και η αμφισβήτηση και ο προβληματισμός ήταν έντονα. Μια βδομάδα μετά πήραμε τη ρεβάνς στον τελικό του κυπέλλου. Τότε ως αρχηγός της ομάδας είχα σηκώσει το κύπελλο και νομίζω ότι αυτή είναι η εντονότερη μου ανάμνηση. Το γλέντι που ακολούθησε το βράδυ στο γνωστό μας στέκι στο Portofino στην Αγία Παρασκευή ήταν από τις ομορφότερες βραδιές της ζωής μου. Το μαγαζί έμεινε 3 μέρες κλειστό για να μπορεί να ξαναδεχτεί πελάτες. Άλλες έντονες αναμνήσεις είναι τα ταξίδια και οι αγώνες με την Εθνική ομάδα, το πρώτο Κύπελλο Πρωταθλητριών στο Σπλιτ με το Δούκα, αλλά κυρίως τα ταξίδια με τον Πλάτωνα στην Ισπανία, την Ιταλία και την Τσεχία.

Δείτε όλο το παιχνίδι του Πλάτων με την Ισπανική Azkar Lugo και τον τραυματισμό του Μανώλη (04:10).  Azkar Lugo – Platon

Αυτή η συνέντευξη  έγινε με σκοπό να μάθουν οι πιο νέοι την ιστορία του αθλήματος μέσα απο τους πρωτεργάτες του χώρου. Με έμφαση στους πρωταγωνιστές – δηλαδή τους παίκτες – επιχειρούμε να φωτογραφίσουμε τα πρώτα χρόνια του futsal στην χώρα μας για να μάθουν όλοι τις ανέκδοτες ιστορίες της εποχής εκείνης. Η επιλογή των προσώπων γίνεται χωρίς καμία διάθεση να ξεχωρίσουμε κάποιον βάση ικανοτήτων ή προσφοράς, αλλά με γνώμονα να προσεγγίσουμε ανθρωπους που δεν ειναι πλεον κοντά στο αθλημα αλλα αποτέλεσαν μέρος της ιστορίας του, και να τους επανασυστήσουμε στο ευρύ κοινό.