Από τους ανθρώπους που έγραψαν τις πρώτες σελίδες στο άθλημα, ένα σπάνιο ταλέντο και από τους πιο αγαπητούς χαρακτήρες . Πάντα έπαιζε με το ένστικτο και μιλούσε στην μπάλα όσο λίγοι που πέρασαν από τη σάλα αυτά τα 20 χρόνια. Για πολλούς από τους παλιούς που τον είδαν, ήταν ο κορυφαίος και αν και σταμάτησε πολύ νωρίς το futsal (μόλις στα 33 του), άφησε μια βαριά κληρονομιά στην ομάδα του με τους τίτλους που κέρδισε και το DNA που αυτός και η ομάδα του έχτισαν. Μας μίλησε για την 20ετία που κλείνει φέτος η σάλα, τα χρόνια του στο Calcetto, τις όμορφες αναμνήσεις και τους αγαπημένους φίλους που θυμάται με αγάπη και νοσταλγία. Σας παρουσιάζουμε τον Ανδρέα “Digimon” Παναγόπουλο.
Γεννήθηκε το 1972 και ξεκίνησε απο το 11αρι, με παρουσία σε ομάδες όπως ο Εθνικός Πειραιώς (Β’ εθνική) και ο Θρασύβουλος (Γ’ Εθνική). Είναι παντρεμένος 20 χρόνια (όσα και το Πρωτάθλημά μας…) με την Κωνσταντίνα και έχει 2 κορίτσια, 15 και 11 ετών. Διατηρεί μαγαζί στη Ν.Ιωνία με αναλαμβάνει βαφτίσεις και γάμους (www.grgamos.com). Ένα απόγευμα στα 28 του χρόνια, που έπαιζε στα γηπεδάκια της Κηφισιάς, βλέποντας τις υδραυλικές ντρίμπλες του με το αριστερό, ο Θ. Ντάρλας τον πλησίασε και του ζήτησε να στελεχώσει την ομάδα του, Αθήνα 90. Βλέποντάς το σαν μια πρόκληση ο Ανδρέας απάντησε θετικά και με την παρουσία του για 4 χρονιές βοήθησε την ομάδα να κατακτήσει τίτλους και να έχει προσωπικές διακρίσεις. Ήταν βασικό στέλεχος της Εθνικής Ομάδας και μέλος μιας σπουδαίας φουρνιάς με συμπαίκτες όπως τους Γ. Γκουγκουλίτσα, Μ. Λίτο, Θ. Κυρίτση και Δ. Μπισμπίκη. Οι επικοί πρώτοι αγώνες με αντίπαλο την αντίστοιχα σπουδαία φουρνιά του Δούκα (των Νικολάου, Βανδώρου, Λιούτα, Οικονόμου, Καρασάββα) ήταν αυτοί που έφεραν ακόμα και τηλεοπτική δημοσιότητα (ΕΡΤ3), καθώς τα παιχνίδια μόνο φιλικά δεν χαρακτηρίζονταν. Άλλωστε από εκεί προήλθε και το προσωνύμιο “Classico της ελληνικής Σάλας”.
Ανδρέα, πρώτα απ’ όλα, πού χάθηκες;
Eίναι πάνω από 10 χρόνια που απουσιάζω από τον χώρο και είναι αλήθεια ότι μου λείπει. Μου ξυπνάνε μνήμες από το παρελθόν και τα θυμάμαι με πολλή αγάπη, γιατί ήταν πραγματικά πολύ όμορφα τα χρόνια μου στη Σάλα. Οικογενειακές και επαγγελματικές υποχρεώσεις με ανάγκασαν να σταματήσω την μπάλα νωρίς και να δώσω προτεραιότητα αλλού.
Πες μας για τα πρώτα χρόνια της Σάλας. Τι θυμάσαι και πώς σου φαίνεται η εξέλιξη από τότε;
Οι μνήμες μου από το 1997 που πρωτοπαίξαμε σε επίσημα πρωταθλήματα είναι πολύ όμορφες, όλα ήταν τόσο αυθόρμητα και βασισμένα σε αγνό ανταγωνισμό. Όσοι έπαιζαν τότε, έπαιζαν με το ένστικτο και δεν υπήρχαν πολλά συστήματα και τακτικές. Αυτό έκανε και τα παιχνίδια τόσο ενδιαφέροντα, γιατί έπαιζαν αντίπαλοι το ταλέντο του ενός έναντι του άλλου. Γι’ αυτό και τα παιχνίδια είχαν τόσο μεγάλες συγκινήσεις και εναλλαγές. Και γι’ αυτό και εμένα με κέρδισε η Σάλα, δεν ήμουν παίκτης που έμπαινε σε καλούπια, έπαιζα πολύ με το ένστικτο και μου άρεσε να παίζω με τη φαντασία μου. Από τότε το ποδόσφαιρο γενικότερα έχει αλλάξει, οι παίκτες είναι πιο πολύ μηχανάκια και οι θέσεις και οι ρόλοι πιο συγκεκριμένοι. Εμένα δεν μου άρεσε ποτέ να παίζω με συστήματα, κι αν και δεν παρακολουθώ τη Σάλα εδώ κι αρκετά χρόνια, βλέπω μια τάση προς το να “ευνουχίζονται” οι παίκτες από μικρή ηλικία και να μην αναπτύσσουν ποτέ το αληθινό ταλέντο τους.
Αλήθεια, γιατί δεν έχεις επαφή πλέον με τη Σάλα;
Σταμάτησα απότομα είναι η αλήθεια, θα ήθελα να παίξω πιο πολλά χρόνια, αλλά δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να το κάνω με τους δικούς μου όρους και όπως είπα δεν είμαι από αυτούς που συμβιβάζονται εύκολα. Επέλεξα να σταματήσω τότε και σε συνδυασμό με τις προσωπικές μου προτεραιότητες, έμεινα μακριά. Κατά καιρούς είχα επαφή με μια βράβευση που μας έγινε από τον κ. Ντάρλα πριν από κάποια χρόνια, και με παιδιά που συναντώ κατά καιρούς, αλλά ο χώρος δεν μου έδωσε και πολλές αφορμές για να ασχοληθώ πολύ παραπάνω. Μιλάω με παιδιά, τον Κ. Καρασάββα που ακόμα με φωνάζει “digimon” και τον Λ. Χρυσογονίδη (σ.σ. συμπαίκτη του στην Α90) και πάντα θυμόμαστε στιγμές από τότε.
Θα ήθελες να ξανασχοληθείς από κάποιο πόστο;
Δεν θα αρνιόμουν αν οι συνθήκες ήταν σωστές, αν και το μαγαζί που έχω με την Ντίνα (σύζυγος) και τα δυο κορίτσια μας, δεν μου αφήνει και πολύ χρόνο μέσα στη μέρα.
Ποιους ξεχωρίζεις από εκείνα τα χρόνια;
Από αυτούς που πρόλαβα, χωρίς να έχω εικόνα από τους πιο πρόσφατους παίκτες, ξεχωρίζω από προπονητές τον Sergei Stulov στην Εθνική, που ήταν μεγάλος δάσκαλος και απίστευτος γνώστης του αθλήματος, και τον Μπελτσίδη που μας βοήθησε να παίξουμε αυτό που ξέραμε τότε και να δημιουργήσουμε ένα σπουδαίο σύνολο. Από παίκτες, ο Καρασάββας που άταν ένα ακούραστο εργαλείο μέσα στο γήπεδο (σ.σ. συμπαίκτες στην Εθνική), και ο Σ. Μιχάλης ήταν αυτοί που συνεργάστηκα καλύτερα. Με όλα τα παιδιά είχαμε εξαιρετικές σχέσεις, σπάσαμε πολλή πλάκα και ήμασταν πάντα αγαπημένοι (εκτός γηπέδου). Επίσης, έχω σε μεγάλη εκτίμηση πολλά από τα παιδιά που έπαιζαν τότε. Είχαν πολλοί παίκτες ταλέντο εκείνα τα χρόνια.
Τι λείπει από τη Σάλα τότε και τώρα;
Θεωρώ ότι το πιο σημαντικό πράγμα που λείπει είναι ο ανταγωνισμός. Και τότε είχαμε πολλά παιχνίδια που κερδίζαμε εύκολα και αυτό δεν βοηθάει. Ήταν στα πλάνα μου να παίξω για μια υποδεέστερη ομάδα κάποια στιγμή, για να μοιραστούν οι παίκτες και να ανέβουν επίπεδο κι άλλες ομάδες, αλλά δεν τα κατάφερα. Αν δεν υπάρχει κόντρα μεταξύ περισσότερων ομάδων, το επίπεδο δεν ανεβαίνει και οι ομάδες μένουν στάσιμες. Τα πρώτα χρόνια ο ανταγωνισμός ηταν αυθόρμητος γιατί όλοι μετρουσαν δυναμεις και ηθελαν να αποδείξουν οτι μπορούν, τωρα όμως ειναι και θεμα επιβίωσης του αθλήματος να ανεβασει το επίπεδο και να μοιραστεί καλυτερα το ταλεντο σε πολλές ομάδες. Επίσης οι απώλειες παικτών στο 11αρι και η ελλειψη κινήτρων για να παραμείνουν στο 5αρι ειναι μια πληγή μόνιμη και κανει μεγαλο κακο στην ανακύκλωση παικτών. Δεν δημιουργουμε πολλά ταλεντα και οταν τα βρισκουμε τα χανουμε ευκολα, ασχετα αν ποτέ τελικά δεν καταφερνουν να παιξουν επαγγελματικά, δεν καταφέρνουμε να τα γυρίσουμε πισω. Αυτο απαιτεί πιο σωστό χειρισμό απο τις ομάδες και τους προπονητές.
Τι θα συμβουλευες τωρα σε παικτες και προπονητές;
Να αφησουν περισσοτερη φαντασία στο παιχνίδι. Να εμπιστευτούν πιο πολύ την ικανότητα ενός παικτη να βρει λύσεις στο παιχνίδι του, παρά να τον αναγκαζουν να κάνει συγκεκριμένες ενέργειες. Ιδιαίτερα τα μικρά παιδιά πρέπει να εκπαιδευτούν περισσότερο στο να λύνουν γρίφους μεσα στο γήπεδο για να αναπτύξουν τα ένστικτα τους και να αποκτήσουν αγωνιστική προσωπικότητα.
Ποιά ειναι η πιο ευχάριστη σου αναμνηση απο την Σαλα, μια στιγμή που απομονώνεις απο τότε;
(Γελαει). Θυμαμαι ενα παιχνίδι για τα προκριματικά του EURO στο Ζαμπρζε της Πολωνίας εναντίον της Πορτογαλίας, οπου οι αντιπαλοι μας ταλαιπωρησαν πολύ με την κατοχή και το πολύ γρήγορο παιχνίδι τους. Σταθηκαμε καλά αλλα χασαμε 4-1 (το γκολ ο Ανδρέας). Σε καποια στιγμή με την θρασυτητα που με διέκρινε αποφάσισα να πάρω την μπαλα και να την κερδισω την κατοχή που ειχαμε χάσει, σε μια προσπάθεια να απειλήσουμε και εμεις. Πρέπει να κρατησα την μπάλα πάνω απο ενα λεπτό με τους Πορτογάλους να προσπθούν μανιασμένα να μου την αποσπάσουν. Στην εξελιξη της φάσης εκανα μια πασα παρε βαλε στον Καρασάββα που για λίγο δεν προλαβε να σπρωξει μεσα. Μετα το τελος οι συμπαικτες μου με πείραζαν λέγοντας οτι ο “ψηλός” (πορτογάλος αμυντικός) ακομα ψαχνει ενα panadol να παρει γιατι ζαλίστηκε απο τις ντριμπλες. Κάπου εκει χτίστηκε και το παρατσουκλι μου “digimon” απο το πως κινούμουν αναμεσα στους αντιπαλους σαν το ομώνυμο ψηφιακό τερατακι που ήταν στην μόδα εκεινη την εποχή.
Ο Ανδρέας Παναγόπουλος αποτελεί αναμφισβητητα ένα απο τα μεγαλύτερα ταλέντα του χώρου μας.
Αυτή η συνέντευξη έγινε με σκοπό να μάθουν οι πιο νέοι την ιστορία του αθλήματος μέσα απο τους πρωτεργάτες του χώρου. Με έμφαση στους πρωταγωνιστές – δηλαδή τους παίκτες – επιχειρούμε να φωτογραφίσουμε τα πρώτα χρόνια του futsal στην χώρα μας για να μάθουν όλοι τις ανέκδοτες ιστορίες της εποχής εκείνης. Η επιλογή των προσώπων γίνεται χωρίς καμία διάθεση να ξεχωρίσουμε κάποιον βάση ικανοτήτων ή προσφοράς, αλλά με γνώμονα να προσεγγίσουμε ανθρωπους που δεν ειναι πλεον κοντά στο αθλημα αλλα αποτέλεσαν μέρος της ιστορίας του, και να τους επανασυστήσουμε στο ευρύ κοινό.